| K 的个人资料ΧΑΖΟΜΑΡΕΣ日志列表网络 | 帮助 |
ΧΑΖΟΜΑΡΕΣ |
||||||||||||
|
4月2日 * * *(Περί του Ε του εν Δελφοίς)
Πως να σου πω το τραγούδι αυτό που χτυπάει τα παράθυρα τρεμοπαίζει στα μάτια χαράζει στους τοίχους το όνομα μιας ανείδωτης Χτίσης πως ν'ανοίξω το στόμα μου τώρα σε τόση μπροστά ανελέητη λάμψη δεν πειράζει σου λέω και πάλι σιωπώ
ξέρεις... πριν από μια αιωνιότητα γράφτηκαν όλα ειπώθηκαν όλα τα πάντα διαβάστηκαν τίποτε ποτέ δεν αλλάχτηκε Η ανθρώπινη νόηση παραμένει ανήσυχη θάλασσα Και οι πέντε αισθήσεις του Σύμπαντος Έρωτας. Λέξη που γίνεται άγγιγμα φιλί που γίνεται λόγος Ένα για πάντα αίμα πνεύμα και άργιλος σώμα θνητό και βλέμμα αθάνατο Εμείς οι αχώριστοι μέσα στο φως Ελεύθεροι Ένα. 3月11日 Ιφιγένεια εν Ταύροις Το ξέρω πως δεν θα μ'ακούσεις και όμως μιλάω γιατί η φωνή μου είχε σμίξει με της άμμου τον ψίθυρο και έγινε ένα τραγούδι στα χόρτα ξερά, μια ανάμνηση κάποιας παράξενης ελευθερίας.
Η ευτυχία μου είναι λοιπόν μόνο ένα ταξίδι που ξεκίνησε τώρα και κάθε στιγμή ξεκινά στων αιώνων τα βάθη στις τοιχογραφίες της Κρήτης στη χαρά του πελάγους στους πρώτους λυγμούς του ανθρώπου που υπήρξαν αρχή του πολέμου και της ομιλίας. Κι η πατρίδα μου είναι ένα κάστρο μικρό πολιορκημένο από την ερημιά, πόσα χρόνια κι εγώ περιμένω επάνω στα τείχη μα καράβια που έρχονται φέρνουν χρυσάφι και σκλάβους όλα τ' άχρηστα είδη του κόσμου – ποιο θα έρθει να φέρει μια λέξη ελπίδας ένα πράσινο φύλλο χωρίς το οποίο δεν μπορώ να ανθίσταμαι πια. Και γυρίζοντας το πρόσωπό μου βλέπω μόνο αυτή τη απέραντη στέπα με ερείπια χωριών που ο άνεμος γλείφει γυμνούς σκελετούς των Τιτάνων, που περνάν κάθε βράδυ οι έφιπποι ίσκιοι με σπαθιά και ασπίδες με άδεια ατσάλινα μάτια και κοιτώντας την θάλασσα χάνονται μες στη νυχτιά. Το ψωμί της ευχής μου στα χέρια τους έγινε πέτρα και στα χείλη τους γίνεται ξύδι του αίματος μου το κρασί. ...Έτσι είναι ο δρόμος μου. Έλα και πάμε μαζί. 3月8日 *Τώρα ξέρει κι Εμάς η πελώρια αθάνατη θάλασσα η ανάσα μας έγινε πλέον δικιά της ανάσα κ’ οι δυο άκρες της γίνανε ένα διπλό όνομα μας που φοράμε στο στήθος εκεί που χτυπάει το Εμείς χαιρετώντας το Είμαστε. Τώρα ξέρει κι Εμάς το ατέλειωτο Ξέρω - Ζωή τρεις σελίδες λεπτές μια γραφή ακριβή και αδιάβαστη ένα κύμα λευκό που συγχρόνως μιλάει και σιωπεί μια πνοή που ανοίγει τις πόρτες γελώντας και κλαίγοντας. Μα ακόμα κι εκεί που δεν φτάνει το κλάμα της της αλήθειας τα χέρια υψώνουν γαλάζιες σημαίες τώρα ξέρω κι εγώ πως γεννιέται αυτή η σκληρή σταθερή ταπεινότητα ενός χάλκινου ξίφους ενός χειμωνιάτικου αστερισμού των ματιών σου της ψύχρας. Τώρα ξέρεις κι Εσύ δεν θα χάσεις ποτέ τους συμμάχους σου – την Αγάπη που χτίζει το σύμπαν από ένα τίποτε, και τον Έρωτα, μια αστραπή που ενώνει τη γη με τα σύννεφα τη ψυχή με τη σάρκα, στο ταξίδι μου Εσύ ο αξέχαστος όρκος χρυσός και στο αίμα μου Εσύ το αρχαίο ατίθασο αίσθημα …ένα φως που τολμάει με το πιο απαλό άγγισμά του να λυτρώσει από τη θαμπάδα το χρώμα της Υπαρξης. 3月7日 ***Τετάρτη, απόγευμα, άλλη μια προσπάθεια να γράψω κάτι-έστω-και-μικρό. Σηκώνομαι, φτιάχνω καφέ. Αχτύπητο, κρύο, με το καλαμάκι το χαζό. Ο καφές των τεμπέληδων. Καθαρή στιγμιαία νιρβάνα του εικοστού αιώνα. Καμμία σχέση με το μικρό φλιτζάνι που συγκεντρώνει και δυναμώνει όλα τα συναισθήματα. Αλλά ακόμα και αυτόν τον καφέ θα ήθελα να τον χύσω πάνω στο χαρτί. Θα ήθελα το χαρτί αυτό να ήταν καμμένο με τσιγάρα, λερωμένο με μελάνι ή με κρασί. Θα ήταν πιο εύκολο να γράφω. Όταν βλέπω μπροστά μου μια σελίδα λευκή, μόνο τότε καταλαβαίνω ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο τέλειο από την σιωπή. Όλο τον υπόλοιπο χρόνο κάτι λέω ή τουλάχιστον προσπαθώ να πω κάτι, χωρίς να ξέρω ούτε τι είναι αυτό το κάτι ούτε πως πρέπει να εκφραστώ. Διορθώνω τον εαυτό μου, κάποτε μιλούσα ασταμάτητα. Όχι πλέον. Έχω βρεθεί ξαφνικά, ακίνητη, μπροστά σε μια τεράστια λευκή σελίδα. Δεν ξέρω πώς να γράψω πάνω σε αυτή. Δεν ξέρω σε ποια γλώσσα. Δεν ξέρω τι. Και όμως τα ξέρω όλα, δίχως αμφιβολία, και η κρυφή μου γνώση κάνει ακόμα πιο καθαρή, ακόμα πιο αλύπητη, ακόμα πίο άσπρη και ακόμα πιο ακριβή αυτή τη σελίδα. Αν μιλήσουμε για τη ποίηση θα βρούμε μόνο δυο ανθρώπους που μπόρεσαν να γράψουν σε μια σελίδα λευκή. Ο ένας ήταν τυφλός Έλληνας και ο άλλος εξορισμένος Ιταλός. Το έργο τών άλλων ήταν... σημειώσεις αμέτρητες κάτω από τους στίχους τους. Αλλά όχι αδυναμία της αρρώστιας. Αδυναμία της τρυφερότητας. Έτσι στέκεσαι με κομμένη από τον πόνο ή από την ευτυχία ανάσα και σιωπείς όχι επειδή δεν έχεις λέξεις αλλά επειδή ξέρεις πολύ καλά την τιμή τους. Μια δεκάρα ή όλος ο κόσμος. Δεν έχει τρίτη επιλογή. “ – Μα, έλεγες πως είναι δυο χρόνια που γύρισες απέξω. Από τότε τι έκανες?”, - ρώτησε. “ – Αγαπούσα, - της είπε”. Αηδία. Αηδία. Αηδία. Και την μεγαλύτερη αηδία μου προκαλεί κάθε είδους τέχνη του λόγου. Λογοτεχνία. Καθετί που χρησιμοποιείται αντί για απλή ανθρώπινη αίσθηση. Θέλω λίγο κόκκινο πηλό και τροχό. Και δεν θα αφήσω το χέρι μου να ζωγραφίσει τις ιδέες μου πάνω σε ένα απλό ποτήρι που θα φτιάξω για σένα. Ας τηρήσει τα χρώματα της γης και της φωτιάς. Θέλω απλώς να πίνεις νερό από αυτό. Θέλω απλώς να νιώθεις το βάρος του. Αποτελειώνω τον καφέ. Ανάβω τσιγάρο. Μπροστά μου, μια σελίδα λευκή. Τόσα έγραψα,. Και όμως έμεινε καθαρή. Σαν να έγραφα με συμπαθητικό μελάνι. Μπορεί να είναι και έτσι. Αν είναι έτσι, θα την ζεστάνεις με την αναπνοή σου. Θα την διαβάσεις. ΕΣΥ. Και χωρίς ιδέες, χωρίς θεωρίες, χωρίς λογοτεχνίες. Τό μόνο που θέλω είναι να πιάσω το χαμόγελο του φωτός. Να το κρατήσω στα μάτια μου. Να το χαρίσω σε σένα.
|
||||||||||||
|
|